Η τεχνική "filigree"

Κοσμήματα συρματερά ή από φιλιγκράνα

Η συρματερή τεχνική ή φιλιγκράνα (filigree), και μάλιστα συνδυασμένη με την κοκκιδωτή επεξεργασία, δηλαδή με μικρά χυτά σφαιρίδια, τις "γράνες" επικολλημένες σε ορισμένα σημεία του κοσμήματος, είναι επίσης γνωστή από την 3η προχριστιανική χιλιετία με μεγαλύτερη ή μικρότερη χρήση κατά τη διάρκεια των εποχών. Στην ελληνική λαϊκή κοσμηματοποιΐα γνωρίζει μεγάλη άνθηση και μάλιστα με την ίδια πανάρχαιη τεχνολογία: τα μεταλλικά σύρματα τα διαμορφώνει ο τεχνίτης σε διάφορα πάχη, τραβώντας τα μέσα από τις μεγαλύτερες ή μικρότερες τρύπες του "σύρτη". Ο σύρτης ή "φιλιέρα" βασικό όργανο της αργυροχοΐας, είναι ορθογώνια μεταλλική πλάκα με πολλές οριζόντιες επάλληλες σειρές από τρύπες με διαφορετικές διαμέτρους. Μέσα από αυτές, από τις μεγαλύτερες ως τις μικρότερες, σέρνεται με δύναμη το σύρμα ώσπου να πάρει το επιθυμητό πάχος.Το χρυσό σύρμα χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα στην κοσμηματική τέχνη. Αυτό και το έλασμα ήταν τα πρωταρχικά στοιχεία του αρχαίου κοσμήματος. Η συρματερή είναι η τεχνική που χρησιμοποιεί τα σύρματα για τη διακόσμηση μιας επιφάνειας από έλασμα ή, πιο σπάνια, για τη δημιουργία μιας δαντελωτής επιφάνειας, όπου τα σύρματα σχηματίζουν μοτίβα κολλημένα μεταξύ τους και όχι πάνω σε φόντο, όπως στην προηγούμενη περίπτωση. Από τον 4ο αιώνα π.Χ. και μετά, ελεύθερα ανθέμια, ελικοβλαστοί και άνθη πάνω σε ευέλικτους μίσχους μπορούν σαν να αποδίδονται σχεδόν αποκλειστικά με σύρματα. Στην αρχαιότητα, σποραδικά μόνο εφαρμόστηκε η συρματερή τεχνική σε ασημένια αντικείμενα. Από ιστορική άποψη θεωρείται λίγο μόνο παλιότερη από την τεχνική της κοκκίδωσης. Γνωστή στη Μεσοποταμία, τη Συρία και τη Μικρά Ασία από την 3η χιλιετία π.Χ., εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Κρήτη γύρω στο 2000 π.Χ., η χρήση της όμως υπήρξε πολύ περιορισμένη έως τα ύστερα μυκηναϊκά χρόνια Η επανεμφάνιση της τον 9ο αιώνα π.Χ. στην ελληνική κοσμηματική τέχνη δεν είναι άσχετη από τις ανανεωμένες επαφές με τις συροπαλαιστινιακές περιοχές, όπου έφτασαν οι Έλληνες της ηπειρωτικής; Ελλάδας μάλλον μέσω Κύπρου.

Ουσιαστικά η ιστορία της συρματερής τεχνικής είναι η ιστορία του χρυσού σύρματος. Οι Αιγύπτιοι ήξεραν να το κατασκευάζουν ήδη από το τέλος της 4ης ή τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ., οι τεχνικές λεπτομέρειες όμως της κατασκευής του δεν είναι όλες γνωστές. Γενικά πιστεύεται ότι για τα σχετικά χοντρά και λεία σύρματα έκοβαν μια στενή λωρίδα από ένα κάπως παχύ φύλλο χρυσού, την έστριβαν ή τη σφυροκοπούσαν ώσπου να γίνει κυκλικής τομής και στη συνέχεια κυλούσαν το σύρμα αυτό ανάμεσα σε δύο πέτρινες ή χάλκινες πλάκες, για να εξομαλυνθεί η επιφάνεια. Τα λεπτά όμως σύρματα, το κύριο υλικό που χρησιμοποίησαν οι τεχνίτες για τη διακόσμηση μιας επιφάνειας με τη συρματερή τεχνική, κατασκευάζονταν κατά κανόνα στρίβοντας μια στενή λωρίδα λεπτού ελάσματος σφιχτά τόσο, όσο χρειαζόταν για να πάρει τη μορφή σύρματος. Το σύρμα κυκλικής τομής μπορούσε σε ορισμένες περιπτώσεις να το αντικαταστήσει και μια πολύ στενή λωρίδα ελάσματος, ένα επίπεδο σύρμα.

Τα πολύτιμα αργυρά και χρυσοποίκιλτα σκεύη αποτελούν παράδοση για την ανατολική Εκκλησία και τα κείμενα μιλούν θαυμαστικά για την πολυτέλεια των ναών του Βυζαντίου. Μετά την πτώση της Αυτοκρατορίας και κατά την εποχή της γενικής αφύπνισης του Ελληνισμού, η παράδοση αυτή αναβιώνει με καινούργια ρώμη. Λαϊκοί και κληρικοί καταγίνονται με ζήλο στο να πλουτίσουν τις εκκλησίες με κάθε είδους αργυρά αντικείμενα και σκεύη (καντήλια, δισκοπότηρα, κηροπήγια, δίσκους, καλύμματα ιερών βιβλίων, "ενδύματα" ή "πουκάμισα" εικόνων, μανουάλια κ.ά.) όπου συχνά πλάι στο όνομα του δωρητή ή του κατασκευαστή χαράσσεται η χρονολογία. Έτσι η εκκλησιαστική αργυροχοΐα παρουσιάζει αρκετά ενυπόγραφα και χρονολογημένα έργα, αντίθετα με την κοσμική που κατά κανόνα σκεπάζεται από ανωνυμία.

Η εκκλησιαστική αργυροχοΐα του 18ου και 19ου αιώνα σημαδεύεται κυρίως από το έργο δύο μεγάλων Καλαρρυτινών μαστόρων του ασημιού, του Τζημούρη και του Μπάφα.

Άγνωστο είναι πότε ακριβώς γεννήθηκε ο Αθανάσιος Τζημούρης, γιος του Νικολάου, διάσημου χρυσικού στην αυλή του Αλή πασά. Τα χρόνια πάντως της ακμής του συμπίπτουν με τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου και τις πρώτες του 19ου αιώνα, αφού πέθανε στη Ζάκυνθο πρόσφυγας το 1823. Η μνήμη του έμεινε ζωντανή στην Ήπειρο ως τα τελευταία χρόνια. Εκείνο όμως που όσο ζούσε τον έκανε γνωστό σε ολόκληρη την Ελλάδα ήταν ένας τύπος στάχωσης ευαγγελίων, που με την εικονογραφική της σύνθεση και την εκτελεστική της τελειότητα εντυπωσίασε τους συγχρόνους της και επηρέασε όχι μόνο αυτούς, αλλά και τη μεταγενέστερη εκκλησιαστική αργυροχοΐα. Απόδειξη είναι ότι δώδεκα γνήσια ενυπόγραφα έργα του βρίσκονται σε μακρινές μεταξύ τους ελληνικές εκκλησίες (στην Ήπειρο, τη Ζάκυνθο, τη Θεσσαλία, τη Μυτιλήνη και την Ύδρα), ενώ πιστά αντίγραφα ή σταχώματα με φανερές τις δικές του επιρροές έχουν επισημανθεί σε άλλες εκκλησίες.

Τα σταχώματα του Τζημούρη, όλα ασημένια με επιχρυσωμένες παραστάσεις επάνω σε αργυρό βάθος διακοσμημένο με σαβάτι, χαρακτηρίζονται από την αρμονική σύζευξη της βυζαντινής παράδοσης με στοιχεία της δυτικής τέχνης. Συγχρόνως, η τυποποίηση των εικονογραφικών συνθέσεων, η επιγραφή και η βούλα με το μονόγραμμα του καλλιτέχνη, οι χρονολογίες και οι αύξοντες αριθμοί, όπου και όταν υπάρχουν, δείχνουν ένα σύστημα δουλειάς που κινείται στα πλαίσια της οργανωμένης καλλιτεχνικής βιοτεχνίας. Και είναι χαρακτηριστικό ότι σε ξενόγλωσση επιγραφή σταχώματος του Τζημούρη που βρίσκεται στα Επτάνησα γράφεται η φράση "Fabrica de Attanasio Zimouri.".

Αν ο Τζημούρης υπέταξε το ταλέντο του στην πρακτική της εμπορευματικής καθώς φαίνεται σκοπιμότητας, ο Γεώργιος Μπάφας (γιος και αυτός άλλου διάσημου χρυσικού, του Διαμαντή Μπάφα), που γεννήθηκε στους Καλαρρύτες το 1784 και πέθανε στη Ζάκυνθο το 1853, αγκάλιασε με την ανεξάντλητη έμπνευση του όλα τα είδη της εκκλησιαστικής αργυροχοΐας, όπως είναι δίσκοι, σταχώσεις ευαγγελίων, λειψανοθήκες, κιβωτίδια χρημάτων, ενδύματα εικόνων και κυρίως η λάρνακα του Αγίου Διονυσίου στην ομώνυμη Μονή της Ζακύνθου, το αριστούργημα της νεοελληνικής αργυροχοΐας.

Ακόμη, αν ο Τζημούρης στέκεται αμφίρροπος ανάμεσα στην παράδοση και τις δυτικές επιρροές, ο Μπάφας, επηρεασμένος και από το δυτικότροπο πολιτιστικό κλίμα της Ζακύνθου, όπου πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, αντλεί με γεμάτα χέρια από τη διακοσμητική επινοητικότητα της Δύσης. Συνθέσεις πολυπρόσωπες, που σε μερικές περιπτώσεις γίνονται ανθρώπινη μάζα, μορφές παθητικές, ζωηρές χειρονομίες, άμφια πολύπτυχα, που ανεμίζουν ελεύθερα γύρω από τα σώματα των αγίων, και κυρίως η φύση (σύννεφα, δέντρα και βουνά) που περιβάλλει τις παραστάσεις είναι μερικά βασικά χαρακτηριστικά στοιχεία των έργων του Μπάφα, όσων διασώθηκαν στη Ζάκυνθο μετά τον καταστρεπτικό σεισμό του 1953.